ΑΘΗΝΑ: Σισίνη 18 & Ηριδανού Τ.Κ. 115 28 | Τ.: 210 7264700 F.: 210 7293631 (κεντρικό κτήριο), Ορμινίου 38 Τ.Κ. 115 28

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Τσιμισκή 43 Τ.Κ. 546 23 | Τ.: 2310 278271 (κεντρικό κτήριο), Βασ. Ηρακλείου 40 Τ.Κ. 546 23 (φυσικοθεραπευτήριο) Τ: 2310 278249

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΛΙΓΑΣ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΣΑ

ΚΩΣΤΑΣ ΣΕΡΕΖΗΣ

 Τον Κωνσταντίνο Καλλιγά τον γνώρισα προτού τον συναντήσω. Χρόνια πολλά πριν. Αρχές της δεκαετίας του ’60. Εκανα ήδη τα πρώτα μου βήματα στη ραδιοφωνία της Κύπρου ως κειμενογράφος διαφόρων εκπομπών, παρουσιαστής ειδήσεων και εκφωνητής προγραμμάτων ποικίλου περιεχομένου.

Ο τότε διευθυντής του κυπριακού ραδιοφώνου Ανδρέας Χριστοφίδης, μετέπειτα Υπουργός Παιδείας και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, μου ανέθεσε να επιμελούμαι και να παρουσιάζω κάποια κείμενα που έρχονταν από την Αθήνα. Εφεραν το όνομα του Κωνσταντίνου Καλλιγά. Ηταν κείμενα γραμμένα στη γραφομηχανή, σε διάφανο σχεδόν χαρτί, σε πυκνές σειρές και σε πυκνά νοήματα. Ετσι που οι φράσεις του ήταν φορτωμένες με σκέψεις και απόψεις, συχνά μακροσκελείς με πλούσιες παρενθέσεις, κείμενο κατάλληλο περισσότερο για δημοσίευση παρά για εκφώνηση, έπρεπε να γίνει πιό “ραδιοφωνικό”, όπως λέγαμε τότε, για να είναι πιο εύληπτο ακουστικά.

Σε μια προσέγγιση κλασσικού καθαρά ραδιοφώνου, όπως συνηθίζονταν τότε, έπρεπε να σκύβω περισσότερο σ’ αυτά απ’ ό,τι συνήθως, για την κατάτμηση των φράσεων, την εναλλαγή φωνών στην εκφώνηση, την προσθήκη των κατάλληλων μουσικών παρενθέσεων και γενικά να κάνω ό,τι ήταν αναγκαίο για μια ελκυστική μετάδοση. Λόγω αυτής της ανάγκης, διαπίστωσα, σε σύντομο χρόνο, πόσο γνήσια ιδεολόγος ήταν ο συνεργάτης από την Αθήνα, σε ό,τι έγραφε και ανέλυε, και πόσο διαποτισμένος ήταν από ένα βαθύ αίσθημα δικαίου και ανθρωπιάς. Τα κείμενα δεν αναφέρονταν στην Κύπρο και το πρόβλημά της, οπότε οι τοποθετήσεις αυτές θα κρίνονταν φυσιολογικές από υποκειμενική και ελληνική ευαισθησία. Ηταν προβληματισμοί πάνω στις διεθνείς εξελίξεις της εποχής εκείνης. Τις αντίκρυζε με γνώση και ευθύνη, μ’ ένα οικουμενικό πνεύμα, σαν γεγονότα που συνέβαιναν στη γειτονιά μας και αφορούσαν όλους.

Η ανάμειξή μου σ’ αυτή τη διαδικασία κράτησε ένα-δυο χρόνια, ήταν μια λεπτομέρεια στο σύνολο των επαγγελματικών μου υποχρεώσεων στο ΡΙΚ.

Παρόλ’ αυτά διατήρησα για καιρό έντονες εντυπώσεις από την επαφή που είχα μ’ αυτά τα κείμενα.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε για να πληροφορηθώ, πολλές φορές τυχαία, τα στοιχεία εκείνα που συνέδεαν ουσιαστικά τον Κωνσταντίνο Καλλιγά με την Κύπρο. Ως ανταποκριτής μεγάλης γαλλικής εφημερίδας είχε πάει στη Μαδαγασκάρη, το 1957, για να συναντήσει τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, μόλις απελευθερώθηκε από τις Σεϋχέλλες, βρετανική αποικία τότε και τόπος εξορίας του Κύπριου ηγέτη. Με το Κυπριακό άρχισε να ασχολείται από το 1954, τη χρονιά που έγινε η πρώτη ελληνική προσφυγή στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Το ενδιαφέρον του διατηρήθηκε αμείωτο ως το τέλος της ζωής του. Αντιμετώπιζε δημοσιογραφικά την κάθε φάση του προβλήματος με σύνεση, χωρίς να υπηρετεί κομματικές σκοπιμότητες και με κάθε δυνατή αντικειμενικότητα. Στα σχετικά του κείμενα περιλαμβάνεται και βιογραφία του Μακαρίου, στην οποία εξιστορεί τον τρόπο με τον οποίο άρχισε ο Κυπριακός Απελευθερωτικός Αγώνας. Είχε πάθος για την Κύπρο, την οποίαν αγαπούσε απεριόριστα. Ένα δείγμα των απόψεών του:

“Η Κύπρος δεν είναι υπόθεση ορισμένου αριθμού τετραγωνικών χιλιομέτρων και ορισμένων εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Η Κύπρος είναι μια ολόκληρη Ελλάδα. Μια δεύτερη Ελλάδα. Η δε γεωπολιτική θέση της είναι τέτοια, ώστε και μόνη η παρουσία της είναι καθοριστική για όλο τον ελληνισμό. Με την ύπαρξη του κυπριακού κράτους το ‘εύρος’ του βήματος του ελληνισμού αρχίζει από τον Έβρο και καταλήγει στη Μέση Ανατολή και στο Σουέζ. Αν επρόκειτο να χαθεί η Κύπρος, όλες οι γεωπολιτικές και δυναμικές ισορροπίες και οι συνέπειες θα ήταν βαρύτατες, ακόμη και για τον ελλαδικό ελληνισμό, ο οποίος θα αποτελούσε τον επόμενο στόχο. Η δυναμική παρουσία της Κύπρου και του κυπριακού ελληνισμού, είναι πολλαπλάσια εκείνης την οποίαν υποδηλώνουν οι ποσοτικές τους παράμετροι. Και αυτό πρέπει να το γνωρίζουν οι Έλληνες”.

Οι απόψεις του έρχονται σε αντίθεση με κάποιο κλίμα αντιπαλότητας μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας, που αρκετοί, πολλές φορές, και από τις δυο πλευρές, εκούσια ή ακούσια, προσπάθησαν να καλλιεργήσουν στο παρελθόν.

Ο Κωνσταντίνος Καλλιγάς, μακρυά από εθνικιστικούς φανατισμούς, πίστευε στο μέλλον και στο μεγαλείο του ελληνισμού, μ’ ένα όραμα ευπατρίδη και με θεωρητική γνώμη πολιτικού επιστήμονα.

Πρόταξα το ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου Καλλιγά για την Κύπρο, γιατί απ’ εκεί ξεκίνησε η πρώτη επαφή που είχα μαζί του, με τα κείμενα και τις απόψεις του. Αργότερα όταν εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, τον Δεκέμβριο του 1974, τον γνώρισα πλέον και “κατ’όψιν”, και είχα μαζί του μακρά σχέση φιλίας, από κάποια απόσταση, και βαθειάς εκτίμησης.

Στα κείμενά του αποτυπώνεται η προσωπικότητά του. Μαρτυρούν τον επηρεασμό του από τα νομικά -τα οποία σπούδασε στο Πανεπιστήμιο
Αθηνών- σε σημείο που έγιναν στοιχείο του ύφους του. Ακόμη και στην καθημερινότητά του μιλούσε σαν δικηγόρος την ώρα που ασκεί τα καθήκοντά του. Είχε ευγένεια στην έκφραση και το παρουσιαστικό, όπως κομψή στη διατύπωση ήταν και η πνευματική του δημιουργία. Συνήθειες και συμπεριφορές θύμιζαν Άγγλο αριστοκράτη και λεπτότητα Γάλλου ευγενούς. Άλλωστε μαζί με το απολυτήριο του γυμνασίου, στα 17 του χρόνια, από το Λεόντειο, είχε αποκτήσει και το γαλλικό μπακαλωρεά (baccalaureat).

Όλ’ αυτά προέκυπταν σαν άμεση διαπίστωση, παρά το γεγονός ότι η εμφάνισή του ήταν ατημέλητη, με μια δερμάτινη τσάντα, αιώνια φθαρμένη, να κρέμεται από τον ώμο του, έχοντας εκεί τα προσωπικά του είδη για θαλάσσιο μπάνιο, που έκανε ανελλιπώς χειμώνα-καλοκαίρι, μόλις τέλειωνε τη σύνταξη του άρθρου του στην Καθημερινή, στην οποία δούλεψε από τη Μεταπολίτευση και μετά. Συνήθεια που παραπέμπει στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη ζωή φλεγματικός Εγγλέζος.

Να ήταν άραγε η εμφάνισή του μια κοινωνική αντίδραση στις συνήθειες των πολλών για επιδεικτικό σινιέ ντύσιμο, κάτι που τον έβρισκε αντίθετο και επικριτικό; ή μια βαθύτερη επίγνωση ότι η ευγένεια πηγάζει από την ψυχή, την ανατροφή και την παιδεία κι όχι από τους οίκους μόδας της Γαλλίας και της Ιταλίας; Να προέτασσε μήπως στον σνομπισμό των άλλων ένα δικό του σνομπισμό; Ο,τι κι άν έκανε, πάντως, το έκανε συνειδητά κι είχε το στόχο του. Ίσως αυτό να του έδινε μια ενδόμυχη ικανοποίηση.

Οι συσχετισμοί με ξένα πρότυπα, δεν υποδηλώνουν μιμητισμό. Αντίθετα ο Κωνσταντίνος Καλλιγάς ήταν χαρακτήρας sui generis. Γνήσιος. Και αθεράπευτος Έλληνας, με χυμούς που άντλησε από τις στιγμές ανάτασης που γνώρισε ο τόπος. Με σπάνια και ευρύτατη μόρφωση, που δεν την απέκτησε μόνο στο πανεπιστήμιο.

Η μητέρα του, το γένος Αγελάστου, ήταν από παλιά βυζαντινή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, κλάδοι της οποίας, μετά την Άλωση, πήγαν στην Ιταλία. Χωρίς να έχει ιδιαίτερη οικονομική άνεση, του διέθεσε, από μικρό παιδί, δασκάλους στο σπίτι. Πίστευε ότι η καλύτερη προίκα είναι η παιδεία. Υπήρξε καθηγήτρια στο Ωδείο Αθηνών και πήρε απ’ αυτήν, την αγάπη για την καλή μουσική και μια ευρύτερη ψυχική καλλιέργεια.
Θυμούνται πολλοί πόσο έξαλλος έγινε κάποτε, αν και άνθρωπος με μέτρο στη συμπεριφορά του, όταν άκουσε από το χώρο της γραμματείας της εφημερίδας, σε κείνες τις απίθανες ώρες που πήγαινε στο γραφείο του, να ξεχύνεται εκκωφαντικά γύρω, ένα κιτς τραγούδι, τάχα ελληνικό, συστήνοντας σε έντονο ύφος σεβασμό στους άλλους και στο καλό γούστο.

Ο πατέρας είχε καταγωγή από την Κεφαλλονιά. Ευγένεια και εδώ.Το όνομα Καλλιγάς προέρχεται από τον κέλητα ίππο, που τον παροτρύνουν για τρέξιμο, που τον έχουν για ιππασία. Κι όχι από τον υποζύγιο ίππο. Σαν πήγασοι παιδείας και μόρφωσης, σε εποχές πνευματικής ανέχειας, ήταν οι Καλλιγάδες. Σχολάρχης ο παππούς στο Λεωνίδειο της Πελοποννήσου, διαπρεπής δικηγόρος ο πατέρας.

Απ’ αυτό το περιβάλλον ο Κωνσταντίνος Καλλιγάς, έμφυτα και επίκτητα, πλούτισε το μυαλό και κόσμησε την ψυχή του. Είχε πλατειές αντιλήψεις και διέθετε μεγάλο συναισθηματικό απόθεμα. Γι’ αυτό και στα κείμενά του δεν διακρίνεται μόνο ο ειδικός στα νομικά, ο γνώστης των προβλημάτων και ο ικανός αναλυτής, ο οποίος, μέσα από συλλογισμούς και επιχειρήματα, οδηγεί σ’ ένα σωστό και λογικό συμπέρασμα. Διαφαίνεται και ο άνθρωπος που νοιάζεται για τον άνθρωπο. Προτού ακόμη γίνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα επιλεκτικό, και για τούτο υποκριτικό επίκεντρο πολιτικής, ατόμων, κομμάτων και κρατών, ο Κωνσταντίνος Καλλιγάς τα είχε ως γνώμονα στην αρθρογραφία και στα πιστεύω του. Το καθημερινό πολιτικό άρθρο της Καθημερινής, ανώνυμο πάντα, το έγραφαν διάφοροι.

Δεν ήταν όμως δύσκολο να διαπιστωθεί ποιό ήταν γραμμένο από τον Καλλιγά. Οχι μόνο λόγω του ξεχωριστού ύφους του, αλλά κυρίως για την ιδεολογική γραμμή και τη φιλοσοφική διάθεση που το διείπε.

Έτρεφε σεβασμό για την αξιοπρέπεια και τη ζωή του κάθε ανθρώπου. Όχι μόνο γιατί ήταν θρησκευόμενο άτομο, ένας συνειδητός Χριστιανός Ορθόδοξος, αλλά γιατί αυτό επέβαλλε η ανθρώπινη ποιότητά του, ό,τι κι αν πίστευε. Ένιωθε χαρά να προσφέρει. Και το κύρος της γραφίδας του ήταν ένα μέσο. Εφηβος ακόμη, στα χρόνια της Κατοχής, μετά την ιταλική συνθηκολόγηση, είχε βοηθήσει και είχε σώσει πολλούς Ιταλούς από τα χέρια των Γερμανών, στην Υδρα, όπου ζούσε τότε η οικογένειά του. Το ίδιο έγινε και με πολλούς Εβραίους. Ηταν μια ενέργεια, η οποία, όταν έγινε γνωστή αργότερα, συνέβαλε στο να θεωρηθεί αριστερός, πράγμα που του στοίχισε κάποιους διωγμούς. Μετά το τέλος του Πολέμου εκείνου, είχε εργαστεί για την προσέγγιση των δυο λαών, που τους είχε χωρίσει η απερίσκεπτη και αλαζονική συμπεριφορά του ιταλικού φασισμού. Σε αναγνώριση το ιταλικό κράτος τον τίμησε δια του Προέδρου του, μετά θάνατον, με το Ordine Al Merito della Republica Italiana, μια διάκριση που ήρθε να προστεθεί στο Χρυσό Σταυρό του Φοίνικα, με τον οποίον τον είχε τιμήσει ήδη η πατρίδα του.

Η έννοια της δημοκρατίας ήταν βαθειά ριζωμένη μέσα του. Κάθε παρέκκλιση ήταν γι’ αυτόν προσωπική δοκιμασία. Ο άνθρωπος που είχε την πνευματική ηδονή να απαγγέλλει στα αρχαία τον Ομηρο και να μελετά τις αλήθειες των αρχαίων σοφών, δεν μπορούσε ν’ αντέξει την αναξιοπάθεια των Ελλήνων και την ηθική παρακμή στην οποίαν οδήγησε την Ελλάδα η Απριλιανή Δικτατορία. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο συλλαμβάνεται ως ύποπτος και μένει για ένα διάστημα στη φυλακή. Τον επόμενο χρόνο, το 1968, συλλαμβάνεται και πάλι, με τον καθηγητή Βασίλη Φίλια και τη δημοσιογράφο Ελένη Δουκίδου, της Δημοκρατικής Αμυνας του Σάκη Καράγιωργα, και παραμένει υπό κράτηση για τρεις μήνες. Πιο ουσιαστικό είναι το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Καλλιγάς, πριν και μετά τις κρατήσεις του, αναδείχθηκε σε βασικό παράγοντα της ενημέρωσης του ξένου τύπου για όσα γίνονταν στην Ελλάδα. Είναι κοινή ομολογία ότι επετέλεσε σ’ αυτό τον τομέα έργο καταλυτικό κι ανεπανάληπτο. Και μια λεπτομέρεια που δείχνει το ήθος και την ανιδιοτέλειά του. Οχι μόνο δεν εκμεταλλεύτηκε την προσφορά του εκείνη κατά τη Μεταπολίτευση, αλλά δεν επέτρεψε να της δοθεί δημοσιότητα. Έλεγε σ’ όσους τον πίεζανγιατο αντίθετο:

“Η προβολή αντιστασιακών τίτλων, άλλοτε υπαρκτών και άλλοτε όχι, με την πρόθεση της εξαργύρωσής τους, έχει γίνει πλέον τόσο εκτεταμένη,
(…) που έχω αηδιάσει από ορισμένες τέτοιες εκδηλώσεις στην ελληνική κοινωνία”.

Τιμούσε όμως έμπρακτα εκείνους που συνέβαλαν για να παραμείνει παρένθεση και να μη γίνει καθεστώς η δικτατορία εκείνη.

Ο Κωνσταντίνος Καλλιγάς ήταν, σε ορισμένες εκδηλώσεις του, συντηρητικός, όχι όμως μονοσήμαντος. Ηταν προσεκτικός στις κινήσεις του, τυπικός με όλους, υπεύθυνος. Είχε ταυτόχρονα και μια ριζοσπαστική ιδιοσυγκρασία. Συνείδηση αδέσμευτη. Δεν ζέστανε τα χέρια του σε κανένα πολιτικό τζάκι. Μόνο με τον Γεώργιο Παπανδρέου τον συνέδεε στενή φιλία. Από οικογενειακή παράδοση του φιλοβενιζελικού περιβάλλοντός του. Φιλία είχε και με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Ίσως για το πνευματικό ανάστημα και των δυο. Και αργότερα, κατά τη Μεταπολίτευση, ανέπτυξε φιλία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που εκτιμούσε τις ριζικές και πολλαπλές παρεμβάσεις του στην πολιτική ζωή του τόπου.

Απέναντι στην πολιτική ηγεσία ο Καλλιγάς είχε στάση κριτική και πολύ συχνά επικριτική. Με ήθος πάντα και με πολιτισμό. Με τη δύναμη του πειστικού λόγου και όχι των εύκολων ύβρεων. Γι’ αυτό και εκτιμάτο απ’ όλους. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που του είπε, ένας σημαντικός πολιτικός όταν βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι: Θα προσπαθήσω να γίνω αυτό που γράφεις. Χτύπησε ανελέητα τον λαϊκισμό, που άνθησε τη δεκαετία του ’80 και ταλανίζει ως σήμερα τον τόπο. Ισως ήταν ο πρώτος που το έκανε.

Για το εκφυλιστικό αυτό φαινόμενο έλεγε ότι καταρρίπτει το ποιόν μιας κοινωνίας. Σε συνέντευξη που έδωσε, λίγο καιρό προτού τον βρει ο θάνατος, που τον αντιμετώπισε με γενναιότητα, είχε πει: “Η μεγαλύτερη ανισότητα είναι η εξίσωση των ανίσων”.

Διάβαζα για τις ανάγκες αυτής της σκιαγραφίας, που δεν θέλησε να υπεισέλθει σε τυπικά στοιχεία της δημοσιογραφικής του πορείας και στα μέσα ενημέρωσης με τα οποία συνεργάστηκε, ένα τυχαίο κείμενό του.

Σχεδόν σε κάθε φράση υπήρχαν οι λέξεις: ποιόν, ποιότητα, ποιοτικός. Τον ενδιέφεραν οι άριστες και διαφανείς διαδικασίες, τα ποιοτικά κριτήρια, οι θετικές και επιλεκτικές, και όχι οι φλύαρες αναφορές, οι άνθρωποι της ουσίας και του ήθους. Σε τέτοιες ποιότητες στήριζε την άνοδο, την προκοπή, την πρόοδο του ελληνισμού, που ήταν ο άσβεστος πόθος του. Όσο κι αν φαίνονταν κατασταλαγμένος, γιατί ήξερε πού να ακουμπήσει, ήταν ένα ανήσυχο πνεύμα. Ερευνητικό και κριτικό μαζί.

Θετικό ήταν το πέρασμά του από το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο των Δελφών, του οποίου υπήρξε Πρόεδρος, όπως εποικοδομητική ήταν και η συμβολή του στο Ελληνικό Ινστιτούτο Αμυνας και Εξωτερικής Πολιτικής.

Ως δημοσιογράφος ενστερνίστηκε από νωρίς την ευρωπαϊκή ιδέα, όπως την προωθεί η Ενωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων. Ηταν από τους πρώτους που συμμετείχαν σ’ εκείνη τη Γενική Συνέλευση, που πραγματοποιήθηκε το 1975 με πρωτοβουλία του Τάκη Λαμπρία. Η πρωτοβουλία εκείνη επαναδραστηριοποιήθηκε το 1981 και το 1982 δημιουργήθηκε το Ελληνικό Τμήμα της Ενωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων, του οποίου πρώτος Πρόεδρος, από το 1982 ως το θάνατό του, το 1993, υπήρξε ο Κωνσταντίνος Καλλιγάς.

Τη χρονιά που πέθανε, ενόσω ζούσε όμως, προτάθηκε για το βραβείο της Ενωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων, αλλά τον βρήκε ο θάνατος. Οταν ήρθε η ώρα της απόφασης και της απονομής, το βραβείο του δόθηκε ως να ήταν εν ζωή. Οι πολλαπλές ανησυχίες του φαίνονται στα πολλά κείμενα που άφησε, διασκορπισμένα εδώ και εκεί. Έγραψε κάποτε:

“Ο δημοσιογράφος ενδέχεται να έχει παραγάγει ένα έργο ποιοτικώς ανώτερο, ποσοτικώς περισσότερο, κοινωνικά σημαντικότερο και πνευματικά αξιολογότερο από το έργο των άλλων εκείνων εργατών του πνεύματος και του καλάμου. Το έργο αυτό μένει συνήθως σκόρπιο. Και αυτό είναι μια αδικία. Αλλά εκείνοι που από πάθος, από ταλέντο, από μεράκι, άν θέλετε, άσκησαν αυτό το επάγγελμα, ποτέ δεν σκέφθηκαν την υστεροφημία τους. Και θα έπρεπε κάποτε ορισμένα κείμενα, ιδίως των παλαιότερων και διαπρεπέστερων, να συγκεντρωθούν σε τόμους. Θα ωφεληθεί η ελληνική κοινωνία και θα προήγετο η ιστορία”.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΕΡΕΖΗΣ