Επικούρηση

Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Καταστατικού ΕΔΟΕΑΠ:

  1. Παρέχεται μηνιαία επικούρηση:

α) Στους ασφαλισμένους του Οργανισμού με τη συνταξιοδότησή τους λόγω γήρατος από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα και με τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του φορέα κύριας ασφάλισης. Ειδικά όσοι έχουν συμπληρώσει μέχρι 31-12-1997 δωδεκαετή συντάξιμη υπηρεσία στον ΕΔΟΕΑΠ θεμελιώνουν το δικαίωμα παροχής μηνιαίας επικούρησης, χωρίς να απαιτείται να συμπληρώσουν τις χρονικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης φορέα κύριας ασφάλισης.

β) Στους ασφαλισμένους του Οργανισμού που συνταξιοδοτούνται λόγω αναπηρίας από το φορέα κύριας ασφάλισης και με τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης αυτού.

γ) Στους κατά το άρθρο 13, παρ. 1 αναγνωριζόμενους δικαιοδόχους.

Για τον υπολογισμό του ποσού της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους του λαμβάνονται υπόψη μόνον τα έτη υπηρεσίας που έχουν διανύσει στην ασφάλιση του ΕΔΟΕΑΠ, τηρουμένων, όπου έχουν εφαρμογή, των διατάξεων της διαδοχικής ασφάλισης.

  1. Το ύψος της μηνιαίας επικούρησης που δικαιούται ο ασφαλισμένος-μέλος κατά την έξοδό του στη σύνταξη, καθορίζεται με βάση:

α) Τη Βασική Επικούρηση

β) Τα έτη υπηρεσίας

γ) Το ποσό της λαμβανόμενης σύνταξης από το φορέα κύριας ασφάλισης.

  1. Βασική επικούρηση νοείται το ποσό εκείνο, το οποίο ορίζεται συμβατικά από το ΔΣ ότι αντιστοιχεί σε αναγνωριζόμενη υπηρεσία 25 ετών. Το εν λόγω ποσό μπορεί, αναλόγως των οικονομικών και ταμειακών δυνατοτήτων του Οργανισμού, να αυξομειώνεται κατόπιν αποφάσεως του ΔΣ.
  2. Η βασική μηνιαία επικούρηση προσαυξάνεται:

α) Για κάθε έτος υπηρεσίας πέραν της 25ετίας και μέχρι της 40ετίας, με ποσοστό που καθορίζεται από το ΔΣ, αναλόγως των οικονομικών και ταμειακών συνθηκών. Αντιθέτως η βασική επικούρηση μειώνεται ποσοστιαίως για κάθε έτος υπολειπόμενο της 25ετίας και μέχρι 12ετίας. Η μείωση αυτή δεν έχει εφαρμογή σε όσους συνταξιοδοτούνται λόγω αναπηρίας.

β) Η βασική επικούρηση προσαυξάνεται με ποσοστό πάνω στη σύνταξη που χορηγεί ο φορέας κύριας ασφάλισης και με βάση κλίμακα που καθορίζεται από το ΔΣ ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του Οργανισμού.

γ) Για τον καθορισμό του ύψους της μηνιαίας επικούρησης, χρονικό διάστημα έως 6 μηνών παραλείπεται, ενώ ίσο ή ανώτερο λογίζεται ως πλήρες έτος.

  1. Το ύψος της βασικής επικούρησης και το ποσοστό προσαύξησης και μείωσης αυτής, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 και στις περιπτώσεις α’ και β’ της παρ. 4 του παρόντος άρθρου καθορίζονται και δύνανται να μεταβάλλονται από το ΔΣ αναλόγως των γενικών οικονομικών συνθηκών και των δυνατοτήτων του Οργανισμού, ύστερα από την εκπόνηση ετήσιας αναλογιστικής μελέτης. Η αναλογιστική μελέτη πραγματοποιείται μετά τη δημοσίευση του ισολογισμού χρήσης και τα αποτελέσματά της είναι δεσμευτικά για τις αποφάσεις του ΔΣ την επόμενη οικονομική χρήση. Με την απόφαση αυτή, το ΔΣ μπορεί να ανακαθορίζει τις ήδη καταβαλλόμενες μηνιαίες επικουρήσεις για λόγους ίσης μεταχείρισης. Οποιαδήποτε υπέρβαση του ορίου παροχής μηνιαίας επικούρησης, όπως καθορίζεται από την αναλογιστική μελέτη, απαιτεί ομόφωνη απόφαση του ΔΣ.
  2. Το σύνολο της μηνιαίας επικούρησης για κάθε συνταξιούχο μέλος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερο του 50% των κατωτάτων ορίων συντάξεων που χορηγεί ο φορέας κύριας ασφάλισης, εφόσον η αναλογιστική μελέτη της παρ. 5 το επιτρέπει.
  3. Η μηνιαία επικούρηση των δικαιοδόχων ορίζεται σε ποσοστό 70% της επικούρησης που έπαιρνε ή είχε δικαίωμα να παίρνει ο ασφαλισμένος-μέλος.
  4. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τα έτη υπηρεσίας του θανόντος εν ενεργεία ασφαλισμένου μέλους ή αυτά τελούν υπό αναγνώριση ή αυτός δεν συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως, στους δικαιοδόχους τούτου παρέχεται το δικαίωμα αναγνώρισης των ετών υπηρεσίας του αμέσου μέλους.
  5. Η σειρά αναγνωρίσεως των δικαιοδόχων, που ορίζονται στην παρ. 1 του αρθρ. 13, καθώς και τα ποσοστά συμμετοχής τους στην μηνιαία επικούρηση καθορίζονται ως ακολούθως:

α) Υπαρχόντων συζύγου και τέκνων, η μεν σύζυγος ή ο σύζυγος λαμβάνει το 60% αυτής, τα δε τέκνα το υπόλοιπο 40% κατ’ ισομοιρία.

β) Ελλείψει συζύγου, το σύνολο λαμβάνουν τα τέκνα κατ’ ισομοιρία.

γ) Ελλείψει τέκνων, ο/η επιζών/επιζώσα σύζυγος λαμβάνει το 75% αυτής, το υπόλοιπο 25% λαμβάνουν κατ’ ισομοιρία οι γονείς και ελλείψει τούτων οι αδελφοί και οι αδελφές του ασφαλισμένου μέλους.

δ) Ελλείψει γονέων και αδελφών, η σύζυγος ή ο σύζυγος λαμβάνει το σύνολο αυτής.

ε) Μη υπαρχόντων συζύγου και τέκνων, οι γονείς και ελλείψει γονέων οι αδελφοί και οι αδελφές λαμβάνουν το 50% κατ’ ισομοιρία.

στ) Ολόκληρη η μηνιαία επικούρηση των δικαιοδόχων καταβάλλεται στον έχοντα το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής, εκτός εάν ζητηθεί από αυτούς να καταβάλλεται ξεχωριστά.

  1. Το ΔΣ αποφασίζει την παροχή επικούρησης κατόπιν της συνταξιοδότησης του ενδιαφερομένου από το φορέα κύριας ασφάλισης.
  2. Το ΔΣ δύναται να αποφασίζει για την παροχή προσωρινής μηνιαίας επικούρησης κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος και με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από σχετική απόφαση του ΔΣ.
  3. Από την κατά μήνα παρεχομένη επικούρηση μπορεί να παρακρατείται, μετά από απόφαση, κάθε φορά του ΔΣ, ποσό μέχρι του 1/2 αυτής

για εξόφληση τυχόν οφειλής προς τον ΕΔΟΕΑΠ από οποιαδήποτε αιτία ή τις Ενώσεις (ΕΣΗΕΑ, ΕΠΗΕΑ, ΕΣΗΕΜΘ, ΕΠΗΕΘ).

  1. Το δικαίωμα καταβολής της σύνταξης αρχίζει:

α) Για τη σύνταξη λόγω γήρατος ή αναπηρίας από την πρώτη του επόμενου μήνα από αυτόν που ο ασφαλισμένος υπέβαλε σχετική αίτηση και κατέθεσε όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

β) Για τη σύνταξη λόγω θανάτου ασφαλισμένου από την πρώτη του μηνός του επομένου μήνα του θανάτου του, εφόσον η υποβολή σχετικής αίτησης έχει κατατεθεί εντός 12μήνου από την ημερομηνία του θανάτου. Σε περίπτωση παρέλευσης του χρόνου αυτού, η καταβολή αρχίζει από την επομένη του μήνα υποβολής της αίτησης.

  1. Το δικαίωμα καταβολής της σύνταξης λήγει για όλους στο τέλος του μηνός του θανάτου ή του γεγονότος που συνεπάγεται την παύση της καταβολής της σύνταξης.
  2. Η καταβολή της σύνταξης γήρατος διακόπτεται, αναστέλλεται ή περικόπτεται στις περιπτώσεις που ορίζεται από το νόμο και σε κάθε περίπτωση που διακόπτεται η καταβολή της σύνταξης από το φορέα κυρίας ασφάλισης.
  3. Το δικαίωμα στην παροχή μηνιαίας επικούρησης είναι απαράγραπτο.

Δικαιώματα που σχετίζονται με τον προσδιορισμό, το ύψος και την καταβολή της μηνιαίας επικούρησης παραγράφονται μετά την παρέλευση 5ετίας, η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επομένου έτους της γενέσεώς τους.

 

Δικαιούχοι σύνταξης θανόντος (Δικαιοδόχοι, άρθρο 13)

  1. Ως δικαιοδόχοι θανόντος ασφαλισμένου μέλους ή συνταξιούχου όσον αφορά στη μηνιαία επικούρηση αναγνωρίζονται:

α) Ο επιζών/η επιζώσα σύζυγος, υπό τις προϋποθέσεις που τάσσονται από την ισχύουσα κάθε φορά γενική νομοθεσία.

β) Τα άγαμα τέκνα, νόμιμα, νομιμοποιηθέντα ή αναγνωρισθέντα, υιοθετηθέντα, υπό τις προϋποθέσεις που τάσσονται από την ισχύουσα νομοθεσία.

γ) Οι γονείς, εφόσον η συντήρησή τους βάρυνε κυρίως το θανόντα (ή τη θανούσα).

δ) Οι ορφανοί πατρός και μητρός αδελφοί και αδελφές, εφόσον η συντήρησή τους βάρυνε κυρίως το θανόντα (ή τη θανούσα) και με τις ίδιες για τα τέκνα λοιπές προϋποθέσεις.

ε) Ο/η διαζευγμένος/η σύζυγος, υπό τις προϋποθέσεις που τάσσονται από την ισχύουσα νομοθεσία

  1. Τα πρόσωπα της περ. β’ της παρ. 1 αναγνωρίζονται ως δικαιοδόχοι εφόσον:

α) Είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους.

β) Προκειμένου περί νομιμοποιηθέντων ή αναγνωρισθέντων ή υιοθετηθέντων τέκνων, εφόσον ή νομιμοποίηση ή η αναγνώριση ή η υιοθεσία συντελέσθηκε δύο τουλάχιστον έτη προ του θανάτου του ασφαλισμένου μέλους, τελούντος εν ενεργεία και έχοντος ηλικία έως 60 ετών. Ο περιορισμός της διετίας δεν ισχύει, εάν ο θάνατος του ασφαλισμένου μέλους επήλθε συνεπεία αιφνίδιου συμβάντος. Εάν ο θάνατος του ασφαλισμένου μέλους επήλθε σε ηλικία κατωτέρα των 55 ετών το υιοθετηθέν ή αναγνωρισθέν τέκνο δικαιούται αμέσου προστασίας και αποκτά κατέναντι του Οργανισμού όλα τα δικαιώματα νομίμου τέκνου, ασχέτως χρόνου υιοθεσίας, νομιμοποιήσεως ή αναγνωρίσεως.

γ) Αν τα παιδιά σπουδάζουν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές, η ιδιότητα τους ως δικαιοδόχων παρατείνεται μέχρι το 24ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον δεν εργάζονται.

δ) Τα όρια ηλικίας των περιπτώσεων α’ και γ’ δεν ισχύουν, προκειμένου για παιδιά ανίκανα για οποιαδήποτε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητα αυτή εμφανίστηκε προτού συμπληρώσουν αυτά τα όρια ηλικίας ή και μετά τη συμπλήρωση των ορίων αυτών, εφόσον δεν παίρνουν από άλλη πηγή σύνταξη ανώτερη από το κατώτατο όριο σύνταξη που δικαιούνται από τον ΕΔΟΕΑΠ και ισχύει για όσο διαρκεί η ανικανότητα για βιοποριστική εργασία.

ε) Ειδικά για τις άγαμες ή τις διαζευγμένες θυγατέρες ή αδελφές, η σύνταξη καταβάλλεται για όσες λάμβαναν ήδη αυτήν κατά την 12-5-2016.

  1. Το δικαίωμα τής κατά μεταβίβαση σύνταξης των ανωτέρω δικαιούχων (δικαιοδόχων) παύει να ισχύει:

α) Με το θάνατο του δικαιούχου.

β) Με την τέλεση γάμου του δικαιούχου ή σύναψη συμφώνου συμβίωσης.

γ) Με τη συμπλήρωση των κατά την περίπτωση της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενων ορίων ηλικίας.

δ) Από τότε που, με νεότερη κρίση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής, έπαυσε η κατά την περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 ανικανότητα για εργασία.

 

Σημαντικές οδηγίες

Αμέσως μετά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότητησης στον κύριο φορέα από τον ασφαλισμένο είναι απαραίτητο να υποβάλλεται η αίτηση επικούρησης στον ΕΔΟΕΑΠ.

Η επικουρική σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται από την 1η του επόμενου της υποβολής αίτησης επικούρησης μήνα.

Για την υποβολή αίτησης επικούρησης συμπληρώνετε το παρόν έντυπο.

Για την υποβολή αίτησης επικούρησης λόγω θανάτου μπορείτε να «κατεβάσετε» το σχετικό αρχείο.

Η αίτηση συνοδεύεται απαραιτήτως με το πρωτόκολλο της αίτησης συνταξιοδότησης που έχει υποβληθεί στον κύριο φορέα, αντίγραφο της αστυνομικής ταυτότητας καθώς και αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού και του ΙΒΑΝ (με πρώτο αναφερόμενο όνομα , αυτό του δικαιούχου).

Η αποστολή μπορεί να γίνει ταχυδρομικώς ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (info@edoeap.gr) με την ένδειξη «Αίτηση Επικούρησης».

 

Μειωμένη επικούρηση

Μειωμένη επικουρική σύνταξη χορηγείται από τον ΕΔΟΕΑΠ μετά το 60ό ή 62ό έτος, ανάλογα με το έτος θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος (απόφαση ΔΣ 51/21-11-2018). Η σύνταξη υπολογίζεται μειωμένη κατά το 1/200 της μηνιαίας συντάξεως για κάθε μήνα που λείπει από το κατά περίπτωση οριζόμενο όριο ηλικίας και μέχρι εξήντα (60) μήνες, κατ’ ανώτατο όριο, με την υποβολή υπεύθυνης δήλωσης εκ μέρους του ασφαλισμένου, με την οποία θα αιτείται την\ συγκεκριμένη παροχή και θα αποδέχεται ότι θα τη λαμβάνει μειωμένη για πάντα.

 

Προσωρινή επικούρηση

Προσωρινή επικουρική σύνταξη 250 ευρώ χορηγείται από τον ΕΔΟΕΑΠ, υπό την προϋπόθεση συμπλήρωσης 15ετούς προϋπηρεσίας σε επικουρικό φορέα, εκ της οποίας τα τελευταία 5 έτη να έχουν διανυθεί στην ασφάλιση του Οργανισμού (απόφαση ΔΣ 30/2-8-2011). Επίσης, (απόφαση ΔΣ 56/9-12-2014) αποφασίσθηκε ότι το ύψος του ποσού της προσωρινής επικούρησης και για τις δύο κατηγορίες (γήρατος -αναπηρίας), ανέρχεται στα 250 ευρώ από 1-1-2015.

Σε ό,τι αφορά το νέο Καταστατικό του ΕΔΟΕΑΠ, στο άρθρο 12, παρ. 11, προβλέπεται ότι το ΔΣ δύναται να αποφασίζει για την παροχή προσωρινής μηνιαίας επικούρησης, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος και με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από σχετική απόφαση του ΔΣ. Λαμβάνοντας υπόψη α) το γεγονός ότι οι φορείς επικουρικής ασφάλισης αδυνατούν να εκδώσουν βεβαιώσεις χρόνων ασφάλισης β) το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει στους φορείς κύριας ασφάλισης για την έκδοση προσωρινής απόφασης συνταξιοδότησης, εγκρίθηκαν τα εξής :

  1. Οι ασφαλισμένοι που επιθυμούν να τους χορηγηθεί προσωρινή σύνταξη συνυποβάλλουν με τα σχετικά δικαιολογητικά και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν.1 599/1986 ότι πληρούν όχι μόνο όλες τις γενικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, αλλά και τις προϋποθέσεις χορήγησης αυτής της προσωρινής παροχής, όπως οι σχετικές προϋποθέσεις εξειδικεύονται κάθε φορά με σχετικές αποφάσεις του ΔΣ. επί του θέματος αυτού.

Ειδικά οι ασφαλισμένοι με διαδοχικό χρόνο ασφάλισης προσκομίζουν όλα τα σχετικά στοιχεία χρόνου ασφάλισης σε προηγούμενους επικουρικούς φορείς (βεβαιώσεις χρόνου επικουρικής ασφάλισης, φωτοαντίγραφα ενσήμων) που αφορούν χρονικά διαστήματα πριν την υπαγωγή τους στον ΕΔΟΕΑΠ, προκειμένου να διαπιστωθεί πότε κατοχυρώνεται το δικαίωμα συνταξιοδότησης στον κλάδο επικούρησης του Οργανισμού. Επιπροσθέτως, οφείλουν στη σχετική υπεύθυνη δήλωση να δηλώσουν τους ασφαλιστικούς oργανισμούς, στους οποίους έχουν ασφαλιστεί διαδοχικά, τα σχετικά χρονικά διαστήματα, καθώς και τον χρόνο παράλληλης ασφάλισής τους.

  1. Προσωρινή σύνταξη δεν χορηγείται, εφόσον συντρέχουν οι εξής λόγοι: α) Όταν δεν πληρούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης (π.χ. όρια ηλικίας, απαιτούμενες κατά περίπτωση χρονικές προϋποθέσεις, όπως 12ετία μέχρι 31-12-1997 ή 15ετία) β) Όταν οι ασφαλισμένοι δεν έχουν καταθέσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά και ιδίως την υπεύθυνη δήλωση ως προς τους χρόνους ασφάλισης γ) Όταν λαμβάνεται ταυτόχρονα και άλλη επικουρική σύνταξη για την ίδια αιτία (οριστική ή προσωρινή) ή ο αιτών συνεχίζει απασχολούμενος δ) Όταν είναι απαραίτητη η προηγούμενη αναγνώριση χρόνων ασφάλισης για θεμελίωση συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων. Εκδίδεται παρόλα αυτά απόφαση προσωρινής συνταξιοδότησης εφόσον, μετά από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου, εκδοθεί η σχετική απόφαση αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης, ακόμα κι αν η εξόφληση του ποσού γίνεται τμηματικά με παρακράτηση από τη σύνταξη ή με παρακράτηση από το .
  2. Η προσωρινή σύνταξη διακόπτεται εφόσον ο συνταξιούχος αναλάβει εργασία μετά τη χορήγηση προσωρινής σύνταξης. Συνεπώς, οι ασφαλισμένοι κατά την υποβολή αιτήματος για χορήγηση προσωρινής σύνταξης θα πρέπει να δηλώνουν στην υπεύθυνη δήλωση ότι θα γνωρίσουν στον Οργανισμό τυχόν ανάληψη επαγγελματικής δραστηριότητας. Εάν ο ασφαλισμένος αναλάβει εκ νέου εργασία χωρίς να υποβάλει σχετική δήλωση, τα ποσά προσωρινής σύνταξης που έχουν καταβληθεί μετά την ανάληψη της επαγγελματικής δραστηριότητας αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.
  3. Μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης συνταξιοδότησης τα καταβληθέντα ποσά προσωρινής σύνταξης συμψηφίζονται με τις διαφορές που τυχόν προκύπτουν βάσει του ποσού σύνταξης που θα διαμορφωθεί στην απόφαση οριστικής σύνταξης.
  4. Σε περίπτωση που μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών προς έκδοση οριστικής σύνταξης διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, τα ποσά προσωρινής σύνταξης που εισπράχθηκαν αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.
  5. Η χορήγηση της προσωρινής επικουρικής σύνταξης αρχίζει από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης οριστικής συνταξιοδότησης από τον κύριο φορέα, ειδάλλως από την ημερομηνία υποβολής αίτησης προσωρινής επικουρικής σύνταξης στον Οργανισμό.
  6. Και στις δύο περιπτώσεις, είτε αυτοτελούς συνταξιοδότησης είτε υπό το καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης και σε περίπτωση μη συμπλήρωσης των ίδιων προϋποθέσεων συνταξιοδότησης με τον κύριο φορέα ασφάλισης, εφόσον το δικαίωμα συνταξιοδότησης στον ΕΔΟΕΑΠ θεμελιώνεται σε μεταγενέστερο έτος ηλικίας του ασφαλισμένου, σε σχέση με τον κύριο φορέα, η προσωρινή επικουρική σύνταξη θα απονέμεται με τη συμπλήρωση του απαιτούμενου κατά περίπτωση ορίου ηλικίας.

Σε περίπτωση που o ασφαλισμένος επιθυμεί να υποβάλει αίτηση για προσωρινή επικούρηση, πρέπει να συνυποβάλει μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 ότι πληροί όχι μόνον όλες τις γενικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, αλλά και τις προϋποθέσεις χορήγησης αυτής της προσωρινής παροχής, όπως οι σχετικές προϋποθέσεις εξειδικεύονται κάθε φορά με σχετικές αποφάσεις του ΔΣ. επί του θέματος αυτού.

Εάν ο ενδιαφερόμενος ασφαλισμένος έχει διαδοχικό χρόνο ασφάλισης, πρέπει να προσκομίσει όλα τα σχετικά στοιχεία χρόνου ασφάλισης σε προηγούμενους επικουρικούς φορείς (βεβαιώσεις χρόνου επικουρικής ασφάλισης, φωτοαντίγραφα ενσήμων σε αντίγραφα), που αφορούν χρονικά διαστήματα πριν την υπαγωγή του στον ΕΔΟΕΑΠ, προκειμένου να διαπιστωθεί πότε κατοχυρώνεται το δικαίωμα συνταξιοδότησής του στον κλάδο επικούρησης του Οργανισμού.

 

Μειωμένη προσωρινή επικούρηση

Μειωμένη προσωρινή επικουρική σύνταξη 175 ευρώ χορηγείται από τον ΕΔΟΕΑΠ, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης και υπεύθυνης δήλωσης, εφόσον, με βάση την ανακεφαλαίωση χρόνου ασφάλισης και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, τεκμαίρεται η θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος με μειωμένη σύνταξη (απόφαση ΔΣ 51/21-11-2018).